Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς

 

2001 – 2004

Αρχιτέκτονες: Μαρία Κοκκίνου, Ανδρέας Κούρκουλας

Συνεργάτες: Αρτεμις Χαλαρη

Αρχιτεκτονικό Γραφείο: Αντωνια Πανου

Σύμβουλοι Αρχιτέκτονες: Δημητρης Κορρες, Γιαννης Πεπονης, Σ. Βασιλειου, Γ. Νικοπουλος, Κ. Κεογλου, Ν. Παπλωματας

Σύμβουλος Ακουστικής: Θοδωρος Τιμαγενης

Σύμβουλος Θεάτρου: Μιχαλης Πιτeνης

Σύμβουλος Οπτικοακουστικών Εγκαταστάσεων: Νικος Μιχαhλιδης

Σύμβουλος Φωτισμού: Θανασης Κανελλιας

Στατική Μελέτη: Κωστας Ζαμπας. Συνεργάτης : Κωστας Παπαντωνοπουλος

Συνεργαζόμενο Γραφείο : Κ. Αγαπιου- Α. Χατζηδακη & Συνεργάτες Πολ. Μηχανικοί Ε.Ε

Ηλεκτρομηχανολογική Μελέτη:  Παντελης Αργυρος.

Συνεργάτες : Χ. Αργυρος, Αγγ. Αδαμοπουλου, Β. Βελωνη

Φωτογράφος : Εριέτα Αττάλη

Επιφάνεια: 8.500 Τ.Μ.

 

 

Η ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΙΜΟΥ

Ολοένα και πιο πολύ η  αρχιτεκτονική μοιάζει με την παραγωγή κινηματογραφικής ταινίας. Ένας μεγάλος αριθμός συντελεστών απαιτείται για την επίτευξη του στόχου, προϋπόθεση, η δημιουργική συνεργασία. Στο κτίριο αυτό αποτυπώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο το όραμα αυτής της ομάδας για μια άλλη πόλη, μία άλλη αρχιτεκτονική.

Ο σχεδιασμός ενός μουσείου είναι στην ουσία η συσκευασία των πολύτιμων αντικείμένων του πολιτισμού. Η οργάνωση των συνθηκών περιπλάνησης του σώματος και του βλέμματος των επισκεπτών στον χώρο διαμορφώνει τη χωρογραφία στο νέο Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς. Η ενεργοποίηση των αισθήσεων σε ένα παιχνίδι μεταφορικών συνειρμών  θέτει τους όρους μέσα από τους οποίους το κτίριο συνομιλεί με τη πόλη και τους επισκέπτες.

Η πρώτη βασική επιλογή ήταν η διαμόρφωση ενός περίκλειστου κτιρίου, με περιμετρική διάταξη στα όρια του οικοδομικού τετραγώνου. Στο εσωτερικό του διαμορφώνεται ένα μεγάλο κενό, το αίθριο, που αποτελεί το κέντρο αναφοράς και διασταύρωσης των κινήσεων. Το ερώτημα που τέθηκε άμεσα ήταν η ποιότητα της διαμόρφωσης των ορίων προς την πόλη και το εσωτερικό, τι μορφή , τι ύλη και τι ένδυμα.

Η απάντηση στηρίχθηκε σε ένα δίπολο. Οι εξωτερικοί τοίχοι προς την πόλη είναι ερμητικά κλειστοί, μονολιθικοί, λείοι, απόλυτοι με ελάχιστα αναγκαία ανοίγματα. Το κόκκινο μάρμαρο από το Ιράν, σαν απολιθωμένο ξύλο που παγώνει τον χρόνο, μοιάζει να πληροί τις απαιτήσεις κλειστότητας του ορίου προς την πόλη. Στο εσωτερικό αίθριο, αντίθετα, κυριαρχεί η αίσθηση του ανοιχτού, απορροφητικού, μαλακού, πτυχωτού, κινητού, μεταβαλλόμενου στο χρόνο, ορίου. Το χαρακτηριστικό των ορίων του αίθριου είναι η διαφάνεια και η διαστρωμάτωση των υλικών. Τα πετάσματα από μεγάλες ξύλινες περσίδες, που καλύπτουν τις τρεις από τις τέσσερις όψεις του αίθριου, μοιάζουν με διαφράγματα που ο χρόνος αποτυπώνεται πάνω τους. Εξώστες κίνησης επισκεπτών μεσολαβούν μεταξύ των διάφανων τοίχων του αίθριου και των περσίδων και προσδίδουν μια ιδιότυπη θεατρικότητα στον χώρο.

Η κίνηση των επισκεπτών οργανώνεται, μέσω του αίθριου, πάνω σε ένα μεγάλο άξονα που ξεκινά από τη στοά εισόδου και κατευθύνει το βλέμμα στη μεγάλη οθόνη από μεταλλικό ανοξείδωτο πλέγμα, την τέταρτη όψη. Ο νότιος προσανατολισμός του πλέγματος αντανακλά το φως της ημέρας με ιριδισμούς νερού Το βράδυ με τα εσωτερικά φώτα αποκαλύπτεται η πομπή των επισκεπτών στην ράμπα επικοινωνίας των βασικών εκθεσιακών χώρων, αναδεικνύοντας την σαν το βασικό έκθεμα του μουσείου.

Το νέο  μουσείο μοιάζει να αιωρείται κάπου ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία. Με τον τρόπο αυτό φιλοδοξεί να παίξει ρόλο καταλύτη στο συλλογικό υποσυνείδητο της πόλης και των κατοίκων της.