Μπιενάλε Βενετίας

1991

Αρχιτέκτονες: Κοκκίνου Μαρία, Κούρκουλας Ανδρέας
Συνεργάτες: 
Δημήτρης Κορρές, Κωστής Πανηγύρης, Γιώργος Χατζημιχάλης

Η αρχιτεκτονική πρόταση για το ελληνικό περίπτερο στη Biennale της Βενετίας εμπλέκεται με δύο βασικά ζητήματα: τη χρονικότητα – περιοδικότητα ( temporal structure ) που χαρακτηρίζει κάθε φεστιβάλ και τον τρόπο που αυτή μπορεί να μετουσιωθεί σε φυσικό χώρο ικανό να επιβάλλει το ρυθμό ( rhythm ) που ανταποκρίνεται στο χαρακτήρα του πρόσκαιρου.

Αυτή ακριβώς η μεταφορά του περιοδικού ρυθμού του φεστιβάλ σε χωρικό ρυθμό είναι κρίσιμη στην επιτυχία της πρότασης.

Η βαθύτερη κατανόηση του προβλήματος του φεστιβαλικού ρυθμού ήταν αυτή που μας απομάκρυνε από κάθε ιδέα κτιρίου που θα παραμένει κλειστό περιμένοντας τη στιγμή λειτουργίας κάθε δύο χρόνια και μας οδήγησε στην επιλογή ενός δαπέδου ως μόνιμου στοιχείου του ελληνικού περιπτέρου στη Biennale της Βενετίας. Ένα δάπεδο ακουμπισμένο στο επίπεδο του εδάφους, στο όριο κατά μήκος του καναλιού. Ένα δάπεδο, το οποίο ανατρέπει τη σημερινή χωρική λογική εναπόθεσης «αντικειμένων» σ’ έναν κήπο, που χαρακτηρίζει την οργάνωση του χώρου της Biennale.

Στις άκρες του δαπέδου τοποθετούνται τέσσερα μεταλλικά στοιχεία που συγκρατούν δύο συρματόσχοινα σε προένταση. Η λύση της προέντασης εξασφαλίζει τη δυνατότητα στήριξης μιας ξύλινης οροφής χωρίς τη χρήση υποστηλωμάτων.  Σαν εκθεσιακός χώρος μπορεί να χρησιμοποιείται ανάλογα με τις ανάγκες, μόνο το δάπεδο, με τη στέγη, με ένα ξύλινο πάτωμα που εναποτίθεται στο υπάρχον δάπεδο και τέλος, με ξύλινες περσίδες περιμετρικά που συγκροτούν ένα κλειστό χώρο, μια κιβωτό ή ένα container.